Φυσικό Περιβάλλον

Ένα πράσινο πέπλο σκεπάζει ολόκληρο το χωριό, το οποίο βρίσκεται στην καρδιά μικρών βουνοκορφών του Τροόδους. Το φυσικό περιβάλλον της Αψιού συνθέτουν πυκνή άγρια βλάστηση, μοναδική ποικιλία πετρωμάτων, καλλιεργημένες εκτάσεις, καθώς και ο ποταμός Γαρύλλης που διαπερνά το χωριό σχηματίζοντας ένα νοητό μονοπάτι.

Στο χωριό απλώνονται καταπράσινες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης, πνιγμένες στους αμπελώνες, στις ελιές και τις χαρουπιές.  Σε παλαιότερες μάλιστα εποχές, όπως με νοσταλγία αναφέρει ο Αψιώτης Φειδίας Ιωαννίδης, η καθημερινότητα τους ήταν άμεσα δεμένη με την καρποφορία της γης. Αξίζει να σημειωθεί πως η συγκομιδή των χαρουπιών, των ελιών και των σταφυλιών αποτελούσε τη βασική τους ασχολία.

Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης εναλλάσσονται με εκτάσεις άγριας βλάστησης, προδίδοντας ξεχωριστή ομορφιά στο χωριό.  Ειδικότερα, η πλούσια χλωρίδα καλύπτει τόσο τις  βορειοανατολικές όσο και τις νοτιοδυτικές παρυφές του Κακομάλλη- μ’ αλλά λόγια μια από τις νοτιότερες βουνοκορφές του Τροόδους. Ο Γιάγκος Χαρμανής, χαρακτηριστικά αναφέρει πως βορειανατολικά του Κακομάλλη ξεπροβάλλει «το πράσινο του πεύκου, της λατζιάς, της αντρουκλιάς», ενώ στα νοτιοδυτικά ο γκρεμός των Ανωγίων αντικρίζει τον γκρεμό του Πετσή, «αγκαλιάζοντας» μια άγρια ρεματιά.

Το ίδιο μαγευτικό είναι και το τοπίο της νοτιοανατολικής Αψιού, όπου βρίσκεται και ο υψηλότερος λόφος του χωριού, η Κουμάνα ή αλλιώς Κουμάντα. Η συγκεκριμένη τοποθεσία είναι συνδεδεμένη με μια παράδοση, σύμφωνα με την οποία η Κουμάνα «έχει τόσους θησαυρούς, που αν βρεθούν, θα μπορούν να θρέψουν την Κύπρο για εφτά χρόνια».

Τους πρόποδες του χωριού διασχίζει ο ποταμός Γαρύλλης, ο οποίος τροφοδοτεί τόσο το φράκτη  των Πολεμιδιών όσο και της Γερμασόγειας.

Δυστυχώς το καλοκαίρι του 2002, ένα μεγάλο μέρος του φυσικού πλούτου της Αψιού τυλίχθηκε στις φλόγες. Η πυρκαγιά  κατέστρεψε μεγάλο μέρος άγριας βλάστησης. Από την πύρινη λαίλαπα δεν γλίτωσε ούτε ο άρχοντας των αλωνιών, γνωστός με την ονομασία «πεύκος του Καρακαννή».

Τέλος, χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς «ένα μοναδικό φυσικό φαινόμενο» που λαμβάνει χώρα στην Αψιού. Σαφέστερα, στο χωριό, όπως έχει προαναφερθεί υπάρχει τεράστια ποικιλία πετρωμάτων, γεγονός που συνδέεται με το συνεχές ενδιαφέρον ομάδας γεωλόγων.  Οι επιστήμονες στηριζόμενοι σε δείγματα  πετρωμάτων, προσπαθούν να εξηγήσουν την ιδιαιτερότητα του εδάφους της περιοχής.

Πηγή:
Αψιού- Αργυρούπολη, Αδελφοποίηση, Αψιού, 2003

Ελαιοκαλλιέργεια

Η ελαιοκαλλιέργεια είναι μια από ασχολίες των κατοίκων της Αψιού.

Πιο κάτω θα σας παρουσιάσουμε κάποια στοιχεία που αφορούν την ελαιοκαλλιέργεια:

Η προετοιμασία του εδάφους είναι μια από τις πρώτες καλλιεργητικές φροντίδες των ελαιοκαλλιεργητών. Το έδαφος για να προετοιμαστεί πρέπει να εμπλουτιστεί με θρεπτικά συστατικά αλλά και να απαλλαγεί από ζιζάνια.

Το κλάδεμα των ελαιόδεντρων είναι πολύ σημαντικό για την παραγωγικότητά τους. Αυτό γίνεται είτε στις αρχές της άνοιξης, είτε κατά την περίοδο της συγκομιδής. Κατά τη διάρκεια του κλαδέματος, κόβονται όσα κλαδιά κρίνονται περιττά για να παραμείνουν στο δέντρο μόνο οι καρποφόροι κλάδοι.

Το πότισμα των ελαιόδεντρων πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή. Γενικότερα, οι ελιές δεν χρειάζονται συχνό πότισμα. Εντούτοις, τους μήνες της ανθοφορίας, τους ανοιξιάτικους δηλαδή μήνες, το πότισμα των ελαιόδεντρων είναι καθοριστικής σημασίας τόσο για την αύξηση της παραγωγής τους όσο και για την ποιότητα των καρπών τους.

Από τα τέλη Οκτωβρίου μέχρι τα τέλη Φεβρουάριου, λαμβάνει χώρα το μάζεμα των ελιών, γνωστό ως «λούβισμα».  Για το «λούβισμα» των ελιών χρησιμοποιείται η μέθοδος του ραβδισμού ή αλλιώς «βάκλισμα» αλλά και σύγχρονές μέθοδοι με μηχανήματα.

Το «βάκλισμα» που είναι η παραδοσιακή μέθοδος για το μάζεμα των καρπών της ελιάς, γίνεται ως εξής: «χτυπούν» το ελαιόδεντρο με ένα ξύλινο ραβδί, τη «βάκλα» με σκοπό οι καρποί του δέντρου να πέσουν και να συγκεντρωθούν στα τεράστια πανιά που προηγουμένως τοποθετούνται κάτω από αυτό. Στη συνέχεια, οι ελιές τοποθετούνται σε κασόνια και συνήθως οδηγούνται στο ελαιοτριβείο για την παραγωγή ελαιόλαδου.

Τέλος, κάποιοι ελαιοκαλλιεργητές ακολουθούν την παραδοσιακή μέθοδο πολλαπλασιασμού των ελαιόδεντρων. Αυτή είναι ο εμβολιασμός, δηλαδή η προσαρμογή ενός κλαδιού ελιάς σ’ άλλο δέντρο. Για να καρποφορήσει ένα δέντρο χρειάζεται να περάσουν τουλάχιστον τρία χρόνια από τη φύτευσή του.

Πηγή:

Ιωνάς Ιωάννης, Παραδοσιακά Επαγγέλματα της Κύπρου, Λευκωσία, 2001, σ.487-49

Μονοπάτι της Φύσης

Κοινοτικό Πάρκο

Αμυγδαλιά

Το Χειμώνα κοιμισμένες
Το Φεβράρη ανθισμένες
Και το Μάρτη θαλερές
Πουθενά αλλού στην Κύπρο
Δεν θα βρεις τόσες πολλές.

Το χωριό Αψιού έχει μια μοναδική ιδιαιτερότητα που το κάνει να ξεχωρίζει από όλα τα άλλα χωριά της Κύπρου. Είναι το χωριό της αμυγδαλιάς. Σε καμιά περιοχή της Κύπρου δεν υπάρχουν τόσες πολλές αμυγδαλιές.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, οι κάτοικοι της κοινότητας φύτευαν τα ξηρικά αυτά δέντρα για να απορροφούν την υψηλή υγρασία του εδάφους και σύμφωνα με τους κατοίκους οι αμυγδαλιές είναι λιγότερο απαιτητικές και περισσότερο προσοδοφόρες από όλες τις ξηρικές καλλιέργειες.

Δεκάδες χιλιάδες αμυγδαλιές, φυτεμένες με διάταξη, δίδουν την άνοιξη ένα πανέμορφο χρώμα στο τοπίο του χωριού, που το κάνουν απίστευτα γοητευτικό. Γοητευτικό είναι επίσης το τοπίο και κατά την περίοδο της συγκομιδής των αμυγδάλων. Είναι τότε που όλη η οικογένεια βρίσκεται στα χωράφια και άλλοι κτυπώντας με την βάκλα τα ώριμα αμύγδαλα για να πέσουν πάνω σε σακκούλες που απλώνονται στο έδαφος και άλλοι για να τα μαζέψουν και να τα μεταφέρουν στο σπίτι ή στην συνεργατική εταιρεία.

Η αμυγδαλιά είναι ένα τυπικό μεσογειακό φυλλοβόλο δένδρο μικρών διαστάσεων. Η καλλιέργεια της αμυγδαλιάς φαίνεται να διαδόθηκε στις άλλες μεσογειακές χώρες από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Στην Κύπρο καλλιεργείται από τα πανάρχαια χρόνια.

Η αμυγδαλιά ανήκει στην οικογένεια των ροδιδών τα οποία σήμερα συμπεριλαμβάνονται στο γένος Prunus και αποτελεί την κοινή ονομασία του είδους Prunus amygdalus communis.

Βασικό χαρακτηριστικό της αμυγδαλιάς είναι ότι ανθίζει προτού βγάλει φύλλα. Τα άνθη της είναι εντυπωσιακά, άσπρα και εύοσμα, ενώ προτού ανοίξουν έχουν ελαφρώς ρόδινα πέταλα. Τα φύλλα της είναι λογχοειδή, οδοντωτά στην περιφέρεια και με μικρό μίσχο. Οι καρποί της, οι οποίοι είναι εδώδιμοι, τα γνωστά σε όλους αμύγδαλα, είναι ωοειδείς δρύπες, με μυτερή τη μία εκ των δύο κορυφών τους. Το εξωκάρπιο τους, αντί για σαρκώδες, όπως στα υπόλοιπα καρποφόρα πυρηνόκαρπια, είναι ένα γκριζοπράσινο τσόφλι σκεπασμένο με λεπτό χνούδι, που περιέχει ένα ή δύο σπέρματα, κλεισμένα σε ένα ξυλώδες κέλυφος με πολλές μικρές τρύπες. Τα σπέρματα έχουν άσπρη σάρκα και είναι γλυκιά ή πικρά ανάλογα με την ποικιλία.

Η γεύση των αμυγδάλων καθορίζει και τη χρήση των διαφόρων ποικιλιών τους. Τα γλυκά αμύγδαλα χρησιμοποιούνται ως επιτραπέζιοι ξηροί καρποί, στην παρασκευή ζαχαρωτών, αμυγδαλωτών, ποτών καθώς και για την εξαγωγή εδώδιμου ελαίου. Τα πικρά αμύγδαλα χρησιμοποιούνται στην φαρμακευτική ως καταπραϋντικά για το άσθμα και τον βήχα, αλλά και στην αρωματοποιία. Από αυτά τα αμύγδαλα εξάγεται και ένα έλαιο, το οποίο περιέχει προυσσικό οξύ γνωστό και ως υδροκυάνιο, και αποτελεί γνωστό δηλητήριο. Η ουσία αυτή απομακρύνεται από τους πυρήνες των καρπών, μέσω πλύσεως με άλκαλι, οπότε το αμυγδαλέλαιο που παράγεται χρησιμοποιείται ως αρωματικό.

Η αμυγδαλιά είναι δέντρο ιθαγενές της δυτικής Ασία και της νότιας Αφρικής, καλλιεργείται ωστόσο ευρέως εκτός από την Κύπρο και την Ελλάδα, στην Ισπανία, την Τουρκία, στο Μαρόκο, στην Τυνησία και στην Αίγυπτο.

Το ξύλο της αμυγδαλιάς είναι βαρύ και σκληρό και θεωρείται κατάλληλο για τη λεπτοξυλουργική.

Κουμανταρία

Η Κουμανταρία είναι κυπριακό εύγευστο, γλυκό, γνήσιο κρασί, που παράγεται χωρίς ξένες γλυκαντικές ουσίες ή προσθήκη χρώματος, από μείγμα μαύρων ή άσπρων σταφυλιών ή χωριστά μόνο από μαύρα ή μόνο από άσπρα σταφύλια (Baume 7-12 βαθμούς και ποσοστό οινοπνεύματος 13-20%) .

Κύρια χαρακτηριστικά της κουμανταρίας, που προσφέρεται ως επιδόρπιο κρασί, είναι η εξαιρετική γεύση και το θαυμάσιο άρωμα. Όταν η κουμανταρία παρασκευάζεται μόνο από άσπρα σταφύλια έχει ωραιότατο χρώμα και άρωμα αλλά είναι λιγότερο γλυκιά. Όταν προέρχεται από μαύρα σταφύλια είναι πολύ γλυκιά αλλά υστερεί σε χρώμα. Έτσι για την Παρασκευή ειδικού τύπου τελειοποιημένης και τυποποιημένης κουμανταρίας, σύμφωνα με καθορισμένες επίσημες προδιαγραφές, οι οινοβιομηχανίες προβαίνουν σε ανάμειξη των δυο πιο πάνω τύπων σταφυλιών.

Το όνομα κουμανταρία, δόθηκε στο κόκκινο γλυκό κυπριακό κρασί, από τους Ιωαννίτες ιππότες του Αγίου Ιωάννου των Ιεροσολύμων (τους αργότερα ιππότες της Ρόδου και της Μάλτας), που ήταν ένα από τα στρατιωτικοθρησκευτικά τάγματα που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο μετά την εκχώρηση του νησιού στους Λουζινιανούς το 1192 μ.Χ. Το τάγμα αυτό είχε τη στρατιωτική διοίκηση του, Commanderie ή Commandaria, στο Κολόσσι. Στο τάγμα των Ιωαννιτών ανήκε και η γύρω από το Κολόσσι εύφορη περιοχή που περιλάμβανε μεγάλες εκτάσεις φυτεμένες με σιτάρι, βαμβάκι, ζαχαροκάλαμο και αμπέλια. Σε αυτή την περιοχή παραγόταν και το γνωστό γλυκόποτο κρασί του νησιού, την παραγωγή του οποίου υιοθέτησαν και τελειοποίησαν οι Ιωαννίτες ιππότες δίνοντας σε αυτό το όνομα κουμανταρία από την ομώνυμη στρατιωτική τους διοίκηση, αν και αυτό το είδος κρασιού παραγόταν στην Κύπρο και πιο πριν. Δεν γνωρίζουμε όμως ακριβώς ποίες ποικιλίες σταφυλιών χρησιμοποιούντο τότε για την παραγωγή του και σε ποίες αναλογίες.

Οι Ιωαννίτες ιππότες, γνώστες του καλού κρασιού και της τεχνικής παραγωγής του, προήγαγαν σε εξαιρετικό βαθμό το εμπόριο της κουμανταρίας, η οποία απέκτησε τεράστια φήμη ανά τους αιώνες και είναι πιθανώς το αρχαιότερο όνομα κρασιού που βρίσκεται ακόμα σε χρήση. Η κουμανταρία έχαιρε ιδιαίτερης φήμης και ήταν περιζήτητη σας σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της Μεσογείου. Στη Βενετία η κουμανταρία απαλλασσόταν από τον εισαγωγικό δασμό γιατί εθεωρείτο τονωτικό. Είναι γνωστό ότι το 1363 στη διάρκεια συμποσίου, γνωστού ως «Δεξίωση των πέντε βασιλέων» που διοργανώθηκε από τον δήμαρχο του Λονδίνου, προς τιμή του Πέτρου Α΄ τότε βασιλιά της Κύπρου, και τεσσάρων άλλων βασιλιάδων, του Εδουάρδου Γ΄ της Αγγλίας, του Δαυίδ της Σκοτίας, του Ιωάννη της Γαλλίας και του Ουελτεμάρ της Δανίας, προσφέρθηκε κουμανταρία, η οποία άρεσε σε όλους πάρα πολύ. Ένας πίνακας που βρίσκεται στο Royal Exchange του Λονδίνου απεικονίζει ζωηρά το χρώμα και τη λαμπρότητα της όλης δεξίωσης.

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1192-1489) και της Βενετοκρατίας (1489-1571) τα κρασιά της Κύπρου με επικεφαλής την κουμανταρία συνέχιζαν να εξάγονται σε όλα τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της εποχής. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι τον 15ον αιώνα τα κρασιά από την Κύπρο, εξάγονταν στην Madeira της Ισπανίας, όπου παράγονταν τα γνωστά κρασιά Madeira. Τα Κυπριακά κρασιά εξάγονταν επίσης στη Βενετία και τη Ραγούζα, δύο από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της Μεσογείου.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1571-1878) λόγω της ψηλής φορολογίας που είχε επιβληθεί στην παραγωγή της κουμανταρίας και των άλλων κρασιών, τόσο η παραγωγή όσο και εξαγωγή των κυπριακών κρασιών είχε μειωθεί αισθητά. Η μείωση της ετήσιας παραγωγής συνεχίστηκε και κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας (1878-1960). Αύξηση στην παραγωγή της κουμανταρίας άρχισε να σημειώνεται από το 1958.

Πηγή: Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 7 σελ. 271

Χαρούπια