Η γεωγραφική θέση του χωριού, σαφέστερα η «γέννηση» στην οροσειρά του Τροόδους, το καθιστά «πηγή» μεταλλευμάτων και πετρωμάτων. Στο χωριό λειτούργησαν μεταλλεία σιδηροπυρίτη, χαλκοπυρίτη, καθώς και λατομείο παραγωγής κεραμιδιών και τούβλων.

Ειδικότερα, στις αρχές του 20ου αιώνα άρχισε η λειτουργία του μεταλλείου του χαλκοπυρίτη, ενώ περί τα 1930 του σιδηροπυρίτη. Αμφότερα έπαψαν τη λειτουργία τους στα μέσα του 20ου αιώνα, συγκεκριμένα στα 1953. Στις μέρες μας, την παρουσία των δυο μεταλλείων μαρτυρούν μερικές γαλαρίες.

Ο πρώτος επιστάτης του μεταλλείου, όπως διασώζεται σε κείμενο του Χαρίδημος Γεωργίου, ήταν ένας Μικρασιάτης  πρόσφυγας, ο Μιχάλης Γαβριηλίδης.

Οι υπάλληλοι στο μεταλλείο αναλάμβαναν εκτός από την εξόρυξη πολύτιμων μετάλλων, τη μεταφορά τους στο λιμάνι της Λεμεσού απ’ όπου εξάγονταν. Γ’ αυτό το λόγο, τα επιβατικά αυτοκίνητα των εργατών μετατρέπονταν σε «φορτηγά» με την αφαίρεση των πίσω καθισμάτων.

Επιπρόσθετα, στην Αψιού υπήρχε χημείο ανάλυσης των πετρωμάτων , το οποίο στεγαζόταν στην οικία του Λάμπρου Αντωνιάδη και είχε χημικό τον Γιάγκο Κόκκινο.  Ακόμη και σήμερα, η συγκεκριμένη οικία είναι γνωστή ως το «χημείο» του χωριού.

Αξίζει να σημειωθεί πως στην «Κάτω Αψιού» προϋπήρχε εργαστήριο επεξεργασίας μετάλλων από το 19ο αιώνα.  Στη συγκεκριμένη τοποθεσία σώζονται υπολείμματα λιωμένου μετάλλου.

Πηγή:
Χαρίδημος Γεωργίου, «Μεταλλεία και λατομεία», στο περιοδικό Αψιού- 1995

Από το λατομείο εξορύσσονταν πετρώματα, τα οποία χρησίμευαν για την κατασκευή κεραμιδιών και τούβλων.

Το πρώτο λατομείο, βρισκόταν στην τοποθεσία «Κουτσαγκόχωμα», εξ ου και η ονομασία των εργατών του «κουτσαγκάες». Οι τελευταίοι με το χώμα του λατομείου έφτιαχναν στάμνες, πιθάρια και μικρές πλάκες. Οι προαναφερόμενες πλάκες χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για την κατασκευή σκεπών αρκετών εκκλησιών, μεταξύ τους και αυτή της Παναγίας τη Χρυσογαλούσας της Πάνω Αψιούς,

Αργότερα, στην Αψιού λειτούργησαν άλλα δυο λατομεία στις τοποθεσίες «Μαρούσα» και «Κάου». Στο εξής, το χώμα που εξορυσσόταν από τα λατομεία του χωριού τύχαινε επεξεργασίας στο «Κεραμείο της Λεμεσού». Το υλικό εξόρυξης του λατομείου «Κουτσαγκόχωμα» για να μεταφερθεί στον τελικό προορισμό του, μ’ άλλα λόγια στο  «Κεραμείο», απαιτούσε ιδιαίτερα επίπονη εργασία. Αυτό συνέβαινε εξαιτίας της απουσίας ενός δρόμου, που να ενώνει το προαναφερόμενο λατομείο με το χωριό. Έτσι, οι εργάτες του λατομείου αναγκάζονταν να φορτώνουν το χώμα σε «εναέρια βαγόνια» για να τα οδηγήσουν στο δρόμο.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί πως η εργασία στα λατομεία αποτέλεσε μια από τις βασικές ενασχολήσεις των Αψιωτών από το 1940 εως και το 1965. Ο Χαρίδημος Γεωργίου, λέει πως «όλο σχεδόν το χωριό δούλευε στο χώμα». Επίσης, αναφέρει πως η κάθε οικογένεια κατείχε  τουλάχιστον ένα μικρό κομμάτι γης σ’ ένα από τα λατομεία του χωριού.

Πηγή:
Χαρίδημος Γεωργίου, «Μεταλλεία και λατομεία», στο περιοδικό Αψιού- 1995