Παραδοσιακά επαγγέλματα

Στην Αψιού επέζησαν αρκετά από τα παραδοσιακά επαγγέλματα του τόπου μας, όπως του παραγωγού κουμανταρίας, του ψωμά, του κατασκευαστή βουρκών και τριχαρκάς. Οι πλείστοι, όμως, Αψιώτες ασχολήθηκαν με γεωργικές εργασίες, όπως την καλλιέργεια της γης και συγκομιδή καρπών.

Οι γεωργικές εργασίες, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούσαν τη βασική ενασχόληση των κατοίκων του χωριού. Συγκεκριμένα, ασχολούνταν με τη συγκομιδή χαρουπιών, σταφυλιών και ελιών ανάλογα με την εποχή. Ο Αψιώτης Φειδίας Ιωαννίδης,  αναφέρει «πριν καλά-καλά τελειώσουν τα χαρούπια άρχιζε ο τρύγος των σταφυλιών. Συνέχιζε η συγκομιδή των ελιών, η σπορά και οι δουλειές δεν τέλειωναν ποτέ».

Ο προαναφερόμενος μάλιστα Αψιώτης διασώζει αρκετές ενδιαφέρουσες πληροφορίες, σχετικές με το μάζεμα των χαρουπιών. Σαφέστερα, αναφέρει πως στο μάζεμα των χαρουπιών δεν συμμετείχαν μόνο οι Αψιώτες αλλά  και οι κάτοικοι των γύρω χωριών, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Ο ίδιος λέει χαρακτηριστικά πως «έρχονταν να δουλέψουν στα χαρούπια, στο ‘μαύρο χρυσό’ της Κύπρου». Επιπλέον, οι χωρικοί χωρίζονταν σε ομάδες, συνηθέστερα οι νεαρότεροι ανέβαιναν στη χαρουπιά για να κουνήσουν τα κλαδιά, ενώ οι υπόλοιποι έκαναν διαλογή των καρπών που έπεφταν στο έδαφος. Έπειτα, ο αγωγιάτης αναλάμβανε τη μεταφορά των χαρουπιών, άλλοτε στη Συνεργατική και άλλοτε στους εμπόρους.

Μια άλλη γεωργική εργασία, η οποία απασχολούσε σχεδόν όλο το χωριό ήταν ο τρύγος. Παραδοσιακά, ο τρύγος άρχιζε την επομένη της Παναγίας, στις 9 Σεπτεμβρίου, και διαρκούσε περίπου δέκα ημέρες. Αμέσως μετά τον τρύγο, τα σταφύλια μεταφέρονταν στο ληνό, για να εξαχθεί ο μούστος. Εν συνεχεία, ο μούστος τοποθετείτο στις «στέρνες για ζύμωση», ούτως ώστε να παρασκευαστεί το παραδοσιακό κρασί, η κουμανταρία. Μέχρι το 1970, η επεξεργασία των σταφυλιών γινόταν στους δυο ληνούς της Αψιού, οι οποίοι χάρισαν το όνομά τους στις τοποθεσίες που βρίσκονται.

Πρέπει να σημειωθεί πως η παραγωγή της κουμανταρίας ήταν άλλη μια από τις βασικότερες ενασχολήσεις των Αψιωτών. Ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια, οι Αψιώτες παρήγαγαν «το περίφημο εύγεστο, γλυκό κρασί» για να προμηθεύσουν τον Κουμαντάτορα και τους άλλους ευγενείς του Κολοσιού. Δυστυχώς, όμως, στις μέρες μας η παραγωγή της κουμανταρίας έχει περιοριστεί σημαντικά, εφόσον πλέον θεωρείται ασύμφορη.

Στο παρελθόν, στο χωριό άνθισε η τέχνη κατασκευής «βουρκών» καθώς και «τριχαρκάς». Οι βούρκες, πιο άπλα ένα είδος σάκας, κατασκευάζονταν από δέρμα αίγας.  Σαφέστερα, όπως αφηγείται ο κατασκευαστής βουρκών Χαράλαμπος Λεβέντης, «ο λαιμός μένει στο κάτω μέρος και ράβεται με δερμάτινα λουριά. Το άλλο άκρο γυρίζει ανάποδα, σχίζεται και σχηματίζονται τα κλώσια».  Στην «πλάτη» βούρκας προστίθενται δυο λουριά, για να μπορεί να μεταφέρεται με ευκολία.

Ο ίδιος αναφέρει πως η τέχνη του κατασκευαστή βουρκών απαιτεί «υπομονή, επιδεξιότητα και αγάπη». Προσθέτει πως, για να φτιαχτεί μια βούρκα χρειάζονται δύο μεροκάματα».

Η τέχνη της τριχαρκάς, δηλαδή ένα είδος σχοινιού, απαιτούσε λιγότερο χρόνο απ’ ότι η κατασκευή της βούρκας. Γ’ αυτό συχνά οι τεχνίτες που έφτιαχναν βούρκες, ενασχολούνταν και με την κατασκευή τριχαρκάς. Ο προαναφερόμενος Αψιώτης τεχνίτης, εξηγεί πως οι τριχαρκές «είναι σχοινιά καμωμένα από τρίχες κατσίκας».  Οι «τρίχες της κατσίκας» τύγχαναν ειδικής επεξεργασίας. Σαφέστερα, όπως προσθέτει ο πιο πάνω τεχνίτης, οι τρίχες χωρίζονται μ’ ένα  ειδικό αδράχτι, γνωστό ως «αδρακτά», έτσι ώστε να δημιουργηθούν χοντρές κλωστές». Εν συνεχεία, «πλέκονται  και γίνονται τα τρίχινα σχοινιά».

Άλλο ένα από τα παραδοσιακά επαγγέλματα της Αψιού, όπως έχει ήδη αναφερθεί θεωρείται αυτό του ψωμά ή αλλιώς του «μάτζηπα».  Οι ψωμάδες έψηναν τα ψωμιά τους σε φούρνους με ξύλα, γ’ αυτό άλλωστε ήταν ιδιαίτερα εύγεστα.  Είναι αξιοσημείωτο πως κατά την περίοδο του πολέμου – 1940 έως 1945-, οι ψωμάδες υποχρεώνονταν να προσθέτουν στα ψωμιά σταφίδες, ούτως ώστε να εξοικονομείται αλεύρι και να καταναλώνεται το πλεόνασμα της σταφίδας.  Τα συγκεκριμένα ψωμιά δεν ήταν καθόλου εύγεστα. Οι Αψιώτες «ματζηπάδες» θέλοντας να διατηρήσουν  την παραδοσιακή γεύση του ψωμιού, τοποθετούσαν μερικές σταφίδες μονάχα στην επιφάνεια του ψωμιού. Μ’ αυτό τον τρόπο εξαπατούσαν τους κυβερνητικούς υπαλλήλους που ήταν υπεύθυνοι να ελέγχουν τα ψωμιά.

Πηγές:
Περιοδικό «Αψιού»,1995
Ιωαννίδης Φειδίας, «Η συγκομιδή των χαρουπιών», στοΑψιού- Αργυρούπολη, Αδελφοποίηση, 23 Αυγούστου 2003, Αψιού 2005
Λεβέντης Χαράλαμπος, «Παλιές τέχνες» στοΑψιού- Αργυρούπολη, Αδελφοποίηση, 23 Αυγούστου 2003, Αψιού 2005
Παπαπαναή Παρασκευού, «Ψωμάδες στο χωριό» στοΑψιού- Αργυρούπολη, Αδελφοποίηση, 23 Αυγούστου 2003, Αψιού 2005
Πολλή-Στυλλή Ελένη, «Παραδοσιακά γλυκίσματα» στοΑψιού- Αργυρούπολη, Αδελφοποίηση, 23 Αυγούστου 2003, Αψιού 2005
Κώστας Γαβριηλίδης, «Ρέσι» στοΑψιού- Αργυρούπολη, Αδελφοποίηση, 23 Αυγούστου 2003, Αψιού 2005

Παραδοσιακά παρασκευάσματα

Εκτός από την παρασκευή της κουμανταρίας, στην Αψιού φτιάχνονται ποικίλα παραδοσιακά εδέσματα με βάση το μούστο. Τέτοια είναι  ο «παλουζές, ο σουτζούκος, τα κιοφτέρκα και το έψημα».  Οι γυναίκες του χωριού, για να φτιάξουν το σουτζούκο αρχικά περνούν πάνω σε κλωστές ξηρούς καρπούς, συνήθως αμυγδάλου, και εν συνεχεία τις βυθίζουν στο μούστο. Ο παλουζές είναι ένα γλυκό, το οποίο έχει  και πάλι ως βάση το μούστο, στην ουσία είναι ο μούστος που περισσεύει από την παρασκευή του σουτζούκου. Όταν ο παλουζές απλωθεί στον ήλιο, τότε γίνεται κιοφτέρι, ένα εξίσου εύγεστο γλυκό.

Ακόμη και σήμερα, οι Αψιώτισες συνεχίζουν να παρασκευάζουν αρκετά από τα παραδοσιακά γλυκίσματα, όπως τα «καττιμέρκα, τα δάκτυλα, τα πουρέκια, τις πίττες της γάστρας και ξεροτήανα». Σύμφωνα με την Αψιώτισα Ελένη Πολλή-Στυλλή, τα πιο πάνω γλυκά , εκτός τα «ξεροτήανα», φτιάχνονται με ζυμάρι.

Τέλος, στην Αψιού , όπως αναφέρει ο Κώστας Γαβριηλίδης, φτιάχνεται «ένα από τα κυριότερα φαγητά του γάμου», το «ρέσιν, το οποίο αποτελείται από αρνίσιο κρέας και χοντρά αλεσμένο σιτάρι. Την ετοιμασία του γαμήλιου φαγητού, σύμφωνα με την παράδοση, αναλάμβαναν οι νεαρές κοπέλες του χωριού. Αρχικά, έριχναν κομμάτια αρνίσιου κρέατος μέσα σε μεγάλα καζάνια, γνωστά ως χαρτζιά», και τα άφηναν να σιγοβράσουν. Έπειτα, πρόσθεταν στα καζάνια και το αλεσμένο σιτάρι. Όταν το κρέας και το σιτάρι έμοιαζε με πολτό, τότε το «ρέσιν» ήταν έτοιμο να συνοδεύσει το γαμήλιο γλέντι.

Πηγές:
Περιοδικό «Αψιού»,1995
Ιωαννίδης Φειδίας, «Η συγκομιδή των χαρουπιών», στοΑψιού- Αργυρούπολη, Αδελφοποίηση, 23 Αυγούστου 2003, Αψιού 2005
Λεβέντης Χαράλαμπος, «Παλιές τέχνες» στοΑψιού- Αργυρούπολη, Αδελφοποίηση, 23 Αυγούστου 2003, Αψιού 2005
Παπαπαναή Παρασκευού, «Ψωμάδες στο χωριό» στοΑψιού- Αργυρούπολη, Αδελφοποίηση, 23 Αυγούστου 2003, Αψιού 2005
Πολλή-Στυλλή Ελένη, «Παραδοσιακά γλυκίσματα» στοΑψιού- Αργυρούπολη, Αδελφοποίηση, 23 Αυγούστου 2003, Αψιού 2005
Κώστας Γαβριηλίδης, «Ρέσι» στοΑψιού- Αργυρούπολη, Αδελφοποίηση, 23 Αυγούστου 2003, Αψιού 2005